Part 50 {Wrong Lovers}
~The wrong person always comes at the right time and the right person always comes at the wrong time~
Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, φεύγοντας επιτέλους από τον εφιάλτη που ήταν καταδικασμένα να υποφέρουν κάθε βράδυ.
Οι ανάσες της γρήγορες, αποζητούσαν το οξυγόνο που τους είχε πάρει μακριά ο φόβος του ύπνου.
Το μικροσκοπικό κοριτσάκι κάθισε για λίγο ανασηκωμένο πάνω στο μεγάλο σε αντίθεση με το μικρό της σώμα, κρεβάτι.
Φοβόταν να αποχωριστεί τα ζεστά παπλώματα. Ένιωθε πως αν το έκανε αυτό, ένα τέρας κάτω από το κρεβάτι της θα την άρπαζε και θα της έκανε κακό.
Που να ήξερε τότε αυτό το αθώο, μικρό πλασματάκι ότι τα αληθινά τέρατα δεν κρύβονται κάτω από κρεβάτια αλλά ζουν έξω στον κόσμο.
"Είμαι γενναία, τα τέρατα δεν μπορούν να με πειράξουν αν εγώ δεν τα αφήσω πρώτα" ψιθύρισε στον εαυτό της τα λόγια που της είχε πει ο πατέρας της λίγες νύχτες νωρίτερα και αρπάζοντας το μικρό αρκουδάκι της, δώρο της μαμάς της, για προστασία, κατέβηκε κάτω από το ψηλό κρεβάτι και άνοιξε την πόρτα του δωματίου της αντικρίζοντας το μοναδικό φως στον διάδρομο να έρχεται από ένα φωτάκι στον τοίχο.
Τα μικρά, ξυπόλυτα ποδαράκια της ίσα που ακούστηκαν να χτυπούν στο δάπεδο. Οδήγησε τον βηματισμό της στο μέρος που συνήθως βρίσκει ασφάλεια και αγάπη.
Έσπρωξε με τα αδύναμα χεράκια της την ήδη μισάνοιχτη πόρτα στην κρεβατοκάμαρα του πατέρα της και πλησίασε δειλά προς το κρεβάτι.
«Μπαμπά...» η φωνή που άγγιζε λεπτές νότες, ήταν αρκετή για να τον ξυπνήσει.
Έτριψε τα μάτια του και γύρισε να την κοιτάξει προτού ρίξει ένα αγουροξυπνημένο βλέμμα στο ρολόι του τοίχου που έδειχνε 3:24 τα ξημερώματα. Φαινόταν κουρασμένος και η κόρη του το ήξερε αυτό. Κάθε φορά έφευγε νωρίς το πρωί από το σπίτι και γυρνούσε αργά το βράδυ στο σπίτι. Η μικρή Skyler είχε συνηθίσει αυτό το ωράριο και κάθε βράδυ τον περίμενε ώσπου να γυρίσει σπίτι και να της δώσει ένα φιλί στο μέτωπο για καληνύχτα όσο αυτή προσποιόταν ότι είχε πέσει στην αγκαλιά του Μορφέα.
«Sky; Τι κάνεις εδώ;» την ρώτησε ακόμα και αν ήξερε ήδη την γνωστή απάντηση. Ήθελε απλά να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν καλά.
«Είδα ένα κακό όνειρο» ψέλλισε με την λεπτή φωνή της που πρόδιδε ότι ήθελε να κλάψει στην θύμηση του. Έβαλε το αρκουδάκι της μπροστά στο πρόσωπο με σκοπό να καλύψει τα κοκκινισμένα μάτια της.
Δεν ήθελε να την βλέπει ο πατέρας της να κλαίει. Γνώριζε πως κάτι τέτοιο τον στεναχωρούσε.
Ο Brody σχεδόν αμέσως έκανε χώρο στο κρεβάτι του και την ανέβασε πάνω έτσι ώστε να μπορεί να την έχει πλέον στην αγκαλιά του.
«Τι όνειρο είδες;» της φίλησε στοργικά τα μαλλιά.
«Ξανά το ίδιο. Είδα ότι-ότι πέθαινες μπαμπά. Ότι κάποιος σου έκανε κακό και εσύ είχες γεμίσει με αι-αίματα. Και ότι το σπίτι στην συ-συνέχεια τυλίχθηκε στις φλόγες» απάντησε δειλά το κοριτσάκι και από το ματιά του άρχισαν να κυλάνε ματωμένα δάκρυα.
Ο μπαμπάς του με το που τα είδε τα απομάκρυνε απαλά με το χέρι του.
«Δεν πρόκειται να γίνει ποτέ κάτι τέτοιο αγάπη μου. Δεν πρόκειται ποτέ ο μπαμπάς να σε αφήσει μόνη σου...» της απάντησε τραβώντας την στην αγκαλιά του και η μικρή ρούφηξε την μύτη της χωρίς να βγάλει ήχο.
«Μου το υ-υπόσχεσαι;»
«Σου το υπόσχομαι αγάπη μου» απάντησε ο μπαμπάς της και η μικρή Sky χαμογέλασε αλλά όταν απομακρύνθηκε και παρατήρησε μια σταγόνα αίματος στα ρούχα του πατέρα της το χαμόγελο της έπεσε.
«Μπαμπά... Γιατί είμαι τόσο διαφορετική από τα άλλα παιδάκια; Γιατί πρέπει να κάνω εκείνες τις ενέσεις με το πράσινο υγρό, όταν κανείς άλλος δεν χρειάζεται; Γιατί νιώθω αδυναμία όταν δεν πρέπει; Και για-γιατί βγάζω αίμα όταν κλαίω; Τα άλλα παιδιά με λένε περίεργη και γελάνε μαζί μου...» είπε για ακόμα μια φορά δειλά η μικρή κατεβάζοντας το κεφάλι της.
Ο Brody προσπάθησε να μην δείξει την στεναχώρια του ακούγοντας τα λόγια της. Δεν μπορούσε να την βλέπει να στεναχωριέται, ούτε να κλαίει. Πόσο μάλλον δεν μπορούσε να της πει ότι θα πέθαινε. Δεν άντεχε ούτε στην σκέψη. Αν της έλεγε κάτι τέτοιο, θα την διέλυε και δεν ήθελε να δει κάτι τέτοιο να συμβαίνει από τόσο μικρή ηλικία σε αυτήν. Είχε πάρα πολλά να ζήσει ακόμα...
Έπιασε απαλά το γλυκό πρόσωπο της και την κοίταξε στα μάτια προσπαθώντας να χαμογελάσει.
«Αυτό δεν σε κάνει διαφορετική Sky. Σε κάνει μοναδική. Και δεν υπάρχει τίποτα το κακό στο να είναι κάποιος μοναδικός. Μην αφήνεις τα λόγια των άλλων να σε αλλάξουν ή να σου καταστρέψουν την διάθεση. Ο,τι και να κάνεις πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα σε κρίνουν, όσο σπουδαίο και αν είναι αυτό που θα κάνεις. Μην αφήνεις τους άλλους να αλλάξουν την γνώμη που εσύ έχεις για τον εαυτό σου όσο αυτή είναι θετική. Δεν είσαι ούτε περίεργη, ούτε κανένα είδους απόκλισης. Είσαι η Sky Anderson και είσαι μοναδική και αν κάποιος δεν μπορεί να το δει αυτό... Δεν μπορεί να δει την μοναδικότητα σου και το ποσό λάμπεις μέσα στο σκοτάδι, τότε δεν αξίζει ούτε μια μικρή δόση της προσοχής σου. Δεν είσαι εσύ διαφορετική, αυτοί είναι όλοι ίδιοι...»
Είσαι μοναδική...
[...]
Άνοιξα απότομα τα μάτια μου στην ανάμνηση που εμφανίστηκε στο όνειρο μου.
Πήρα μερικές βαθιές ανάσες προσπαθώντας να ηρεμήσω τον δυνατό χτύπο της καρδιάς μου ενάντια στο στήθος μου.
Τι περίεργη ανάμνηση... Είχα καιρό να δω μια καλή ανάμνηση στον ύπνο μου. Είχα καιρό να δω ένα καλό όνειρο.
Νόμιζα ότι είχαν κατατροπωθεί από τους πολλούς εφιάλτες που υπάρχουν εκεί μέσα.
Μόλις ηρέμησα επιτέλους έριξα μια ματιά στον χώρο γύρω μου και παρατήρησα τέσσερα μάτια να με παρακολουθούν από το τέλος του δωματίου.
«Sky είσαι καλά; Είχες έναν πολύ ανήσυχο ύπνο...» ακούστηκε η φωνή της Spencer η οποία φαινόταν να ξεπακετάρει μερικά από τα πράγματα της.
Κατάπια σε ξηρό λαιμό πριν απαντήσω «Τι ώρα είναι;»
Η Vanessa έριξε μια ματιά στο ρολόι που υπήρχε στον καρπό της πριν απαντήσει «Δέκα και μισή. Σε λίγο πρέπει να πηγαίνουμε...»
Την κοίταξα για μια στιγμή μπερδεμένη περνώντας το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά μου σε μια προσπάθεια μου να τα κάνω να φαίνονται ανθρώπινα «Να πηγαίνουμε; Που θα πάμε;»
Στην ερώτηση μου βιάστηκε να απαντήσει η Spencer «Είπαμε να πάμε μια βόλτα στην πόλη όλοι μαζί. Θα μαζευτούμε σε είκοσι λεπτά κάτω στην ρεσεψιόν για να αποβιβαστούμε στο ταξιδιωτικό λεωφορείο για να κάνουμε μια περιήγηση στα αξιοθέατα. Προλαβαίνεις στα γρήγορα να ετοιμαστείς»
Μου πήρε λίγη ώρα να καταλάβω που βρισκόμασταν και τι γινόταν. Σωστά, είμαστε στο ξενοδοχείο. Χθες γυρίσαμε αργά εδώ και όλοι πέσαμε κατευθείαν για ύπνο για να ξυπνήσουμε σήμερα νωρίς με σκοπό να κανονίσουμε πως θα ξεκινήσει επίσημα η πρώτη μας μέρα εδώ.
Αλλά συγχαρητήρια στον εαυτό μου που δεν τήρησε τα ωράρια.
Σηκώθηκα γρήγορα και έτρεξα προς το μπάνιο του δωματίου ενώ ταυτόχρονα πήγα να αρπάξω κάτι απλά μαύρα ρούχα να φορέσω για μετά αλλά η Spencer μου χτύπησε το χέρι μακριά από την βαλίτσα ρίχνοντας μου ένα αυστηρό βλέμμα.
Κλίκαρε την γλώσσα της κουνώντας το κεφάλι της πέρα δώθε «Όχι, σήμερα θα διαλέξω εγώ τι ρούχα θα φορέσεις. Μπας και αλλάξει κάπως το γούρι. Ξέρεις, καινούργιος προορισμός, καινούργια ρούχα» Μου απάντησε ενώ άρχισε να ψαχουλεύει την βαλίτσα της και εγώ κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.
«Αποκλείεται να φορέσω εγώ ρούχα που διάλεξες εσύ. Πάω στοίχημα ότι όλα θα είναι πολύχρωμα και θα βγω έξω σαν να έχει ξεράσει ουράνιο τόξο πάνω μου!» απάντησα σταυρώνοντας τα χέρια μου στο στήθος μου και η Vanessa γέλασε με την στάση μου ενώ η Spencer με κοίταξε δολοφονικά.
Δολοφονικό βλέμμα σε δολοφόνο... Νομίζω πως έχουν αντιστραφεί κατά πολύ οι ρόλοι τώρα τελευταία.
«Σου βρήκα το λιγότερο πολύχρωμο ρούχο που έχω. Και έλεος, δεν ντύνομαι σαν ουράνιο τόξο. Σταμάτα να παραπονιέσαι και προχώρα τώρα!» είπε εκνευρισμένα ρίχνοντας κάτι ρούχα πάνω μου ενώ κυριολεκτικά με έσυρε ως το μπάνιο.
Κοίταξα για λίγο τα ρούχα. Ήταν ένα γκρι κολλάν και μια μπλούζα κοντομάνικη που είχε πορτοκαλί με άσπρες και μπλε γραμμές. Που τα βρίσκει αυτά τα ρούχα θα ήθελα να ήξερα...
«Με δουλεύεις; Δεν υπάρχει περίπτωση να φορέσω εγώ αυτά τα ρούχα, είναι υπερβολικά χαρούμενα. Και δεύτερον, κοντομάνικο; Είναι ακόμα Ιανουάριος, που θα πάω έτσι;»
«Είμαστε πολύ τυχεροί που βρεθήκαμε εδώ στις αλκυονίδες μέρες και έτσι δεν κάνει πολύ κρύο. Έλα, έξω είναι σαν καλοκαίρι. Μέχρι και ο ήλιος λάμπει. Και τα ρούχα είναι τέλεια, θα σου πάνε τρελά! Αν δεν τα φορέσεις, δεν πρόκειται να βγεις από εκεί μέσα!» με απείλησε έξω από την πόρτα καθώς πλέον με είχε ρίξει κυριολεκτικά μέσα στο μπάνιο και είχε κλειδώσει.
Που καταντήσαμε, ένας δολοφόνος να δέχεται απειλές... Έζησα να το δω και αυτό.
Βιαστικά για να μην χάσω την μικρή βόλτα μας, μπήκα κάτω από το ντουζ και έκανα στα γρήγορα ένα μπάνιο απολαμβάνοντας μόνο για περιορισμένο χρόνο το ζεστό νερό να αγκαλιάζει το σώμα μου.
Έπειτα στέγνωσα με γρήγορες κινήσεις τα μαλλιά μου όσο καλύτερα μπορούσα και φόρεσα τα πολύχρωμα ρούχα της Spencer χωρίς να έχω άλλη επιλογή.
Έχω ξεχάσει πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που είδα τελευταία φορά τόσο πολύ χρώμα πάνω μου.
Τουλάχιστον δεν είναι τόσο άσχημα πάνω μου όσο περίμενα να είναι.
Εφόσον ήμουν έτοιμη πλέον χτύπησα την πόρτα έτσι ώστε να ξεκλειδώσει η Spencer και μόλις αυτό έγινε βγήκα γρήγορα έξω, άρπαξα την τσάντα μου και κατέβηκα τα σκαλιά αγνοώντας τα σχόλια των κοριτσιών για το "πόσο πολύ μου πάνε αυτά τα χρώματα" και το "ποσό πολύ ταιριάζουν με τα μάτια μου" .
Μόλις κατέβηκα κάτω βεβαιώθηκα να κλείσω μέχρι πάνω το φερμουάρ της ζακέτας μου αλλά και πάλι όλοι φάνηκαν να παρατηρούν το χρώμα στα ρούχα μου, προς κακή μου τύχη.
«Ω, η Sky ντύθηκε με παραπάνω από δύο χρώματα! Παιδιά μακριά από τους φούρνους» είπε ο Dave γελώντας και εγώ αμέσως του έριξα ένα δολοφονικό βλέμμα πριν μπω βιαστικά στο μικρό λεωφορείο, προσπαθώντας να εμποδίσω τον εαυτό μου από το να ακούσει περαιτέρω σχόλια.
Φόρεσα τα ακουστικά μου ενώ έβαλα στο τέρμα να παίζει το αγαπημένο μου τραγούδι και ακούμπησα το κεφάλι μου στο παράθυρο περιμένοντας να ξεκινήσουμε.
Μόνο εδώ δεν περίμενα να βρεθώ όταν δέχτηκα να επισκεφτώ την Grandline για τους τελείως διαφορετικούς λόγους.
[...]
«Πάλι καλά που βρήκαμε μέρος να καθίσουμε, τα πόδια μου με έχουν πεθάνει» η αγανακτισμένη φωνή της Spencer έδειχνε καθαρή ανακούφιση όταν μετά από ώρες περπατήματος ρίξαμε επιτέλους άγκυρα σε μια μικρή καφετέρια λίγο μόνο μακριά από την λαμπρή Σαγράδα φαμίλια, την μεγάλη ρωμαιοκαθολική εκκλησία που μου είχε τραβήξει από την αρχή την προσοχή στον ταξιδιωτικό οδηγό.
Το τουριστικό λεωφορείο αφού μας έκανε την μικρή ξενάγηση του στην πόλη μας άφησε έξω από ένα πολυκατάστημα - επιθυμία της Kat φυσικά- και έτσι αναγκαστήκαμε να συνεχίσουμε την ξενάγηση μας με τα πόδια. Πράγμα πολύ κουραστικό λόγω των μεγάλων αποστάσεων που υπήρχαν από το ένα αξιοθέατο στο άλλο.
Πάντως επιβεβαίωσα όλα αυτά που είχα ακούσει για αυτή την πόλη. Είναι πραγματικά υπέροχη και έχει πολλά μέρη να επισκεφτείς. Απαθανάτισα σχεδόν κάθε σπιθαμή της και ανυπομονώ όταν πάμε επιτέλους στο ξενοδοχείο να ελέγξω και να μαγευτώ ξανά μέσα από τις φωτογραφίες που τράβηξα.
«Οι άλλοι που είναι;» ρώτησα ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα να μασήσω το πεντανόστιμο γλυκό που μας είχε κεράσει πριν λίγο ο σερβιτόρος. Leche frita νομίζω λέγεται, πρέπει σίγουρα στην συνέχεια να ψάξω την συνταγή.
«Σίγουρα θα έχουν σταματήσει να φάνε κάπου. Ο Trevor όμως πήγε στο πάρκο Γκουέλ, αν θελήσεις να τον βρεις. Πήγαινε εκεί από τότε που ήταν μικρός, ήταν από τα αγαπημένα του μέρη» βιάστηκε να μου απαντήσει η Spencer κλείνοντας μου το μάτι πονηρά στο τέλος και εγώ την κοίταξα με απορία αλλά δεν ρώτησα τίποτα.
Σηκώθηκα από την θέση μου, αφήνοντας τα λεφτά για το φαγητό μου στο τραπέζι και ξεκινώντας να προχωράω με αργά βήματα μακριά χωρίς να ξέρω στα αλήθεια προς τα που έπρεπε να πάω.
«Που πας;» με ρώτησε με απορία η Vanessa η οποία απολάμβανε τα τσούρος που είχε παραγγείλει πιο πριν και η Spencer με κοίταξε συνομοτικά λες και γνώριζε ήδη τον προορισμό μου.
«Θα πάω να βρω τους άλλους. Κοντεύει να νυχτώσει και πρέπει σιγά, σιγά να γυρίζουμε πίσω στο ξενοδοχείο» απάντησα πληκτρολογώντας κρυφά στο GPS πληροφορίες για το πως θα βρεθώ στο πάρκο Γκιουέλ ενώ έφυγα στα γρήγορα πριν ρωτήσουν άλλη ερώτηση.
«Εμμονή με τον έλεγχο έχει αυτό το κορίτσι» άκουσα την φωνή της Spencer από πίσω μου καθώς και το γέλιο της που ακολούθησε αλλά για το καλό της αποφάσισα να το προσπεράσω.
Μετά από περίπου είκοσι λεπτά περπατήματος βρέθηκα -σύμφωνα με τις συντεταγμένες του GPS- έξω από το τεράστιο αυτό πάρκο, το οποίο ήταν σχεδιασμένο για να τραβάει άτομα κάθε ηλικίας.
Ανέβηκα τα εξωτερικά σκαλιά μέχρι να βρω ένα καλό σημείο για να τραβήξω την καλύτερη φωτογραφία, όταν ξαφνικά ένιωσα δύο χέρια να ακουμπάνε την μέση μου και ένα σώμα να κολλάει πίσω από το δικό μου.
Κατευθείαν έκανα κίνηση να απομακρυνθώ φοβισμένη αλλά κάθε μου προσπάθεια σταμάτησε όταν άκουσα μια γνωστή φωνή να ψιθυρίζει στο αυτί μου.
«Είναι όμορφα εδώ, έτσι δεν είναι;» στο άκουσμα της γνωστής φωνής οι μύες μου αυτόματα χαλάρωσαν και ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου.
Η σιγανή φωνή του με συνεπήρε να εξερευνήσω με το βλέμμα μου ακόμα και την μικρή λεπτομέρεια στην εικόνα που ήταν μπροστά μου. Η ομορφιά της ήταν σαν να είναι κλεμμένη από κάποιον πίνακα ζωγραφικής.
Οι ακτίνες του ήλιου που είχε αρχίσει να χάνεται πίσω από τους λόφους, δημιουργώντας ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα, έπεφταν πάνω σε κάθε γωνιά της πόλης φωτίζοντας ακόμα και τα πιο σκοτεινά σοκάκια.
Χαμογέλασα αυθόρμητα στην εικόνα.
«Σου πάει να χαμογελάς. Μην προσπαθείς να το κρύψεις. Είναι μοναδικό» η φωνή του με επανέφερε πίσω στην πραγματικότητα και γύρισα να τον κοιτάξω αγνοώντας τον ηλεκτρισμό που ένιωσα όταν συνειδητοποίησα την σχεδόν μηδαμινή απόσταση που είχαμε μεταξύ μας.
Μοναδικό. Είναι η δεύτερη φορά σήμερα που ακούω αυτή την λέξη να αναφέρεται σε εμένα.
«Πολλά κοπλιμέντα μαζεύτηκαν. Μήπως πρέπει να ανησυχώ;» τον ρώτησα χαμογελώντας στραβά και αυτός απομακρύνθηκε από εμένα χαρίζοντας μου το ίδιο χαμόγελο.
Ακούμπησε το σώμα του στα κάγκελα και χάζευε το τοπίο μπροστά του. Ένα τσιγάρο δεν άργησε να εμφανιστεί ανάμεσα στα χείλη του. Φαινόταν απορροφημένος από τις σκέψεις του.
Πήρα την ίδια στάση με αυτόν ακριβώς από δίπλα του και για λίγα λεπτά δεν μιλούσε κανένας από τους δύο. Θαυμάζαμε απλώς την ησυχία, μέχρι που αυτός την διέλυσε.
«Δεν περίμενα να μου λείψει αυτό το μέρος...» άφησε τον καπνό να φύγει από τα πνευμόνια του ενώ τα μάτια του γέμισαν με μελαγχολία κάτι που στην συνέχεια κατάφερε με επιτυχία να κρύψει.
«Τίποτα δεν μας λείπει όσο το ζούμε. Τα πάντα μας λείπουν όταν γίνονται αναμνήσεις»
Την στιγμή που έδωσα την απάντηση μου, ένιωσα τα μάτια του να με κοιτάνε επίμονα. Να καίνε την σάρκα μου, να υπνωτίζουν το μυαλό μου, να παρακαλάνε τα μάτια μου να αντικρίσουν τα δικά του.
«Εσένα τι σου λείπει Sky;»
Σκέφτηκα ελάχιστα την ερώτηση προτού σχηματίσω την απάντηση μου. Μου έλειπαν πολλά πράγματα αλλά περισσότερο από όλα μου έλειπε...
«Η ζωή» απάντησα χωρίς να τον κοιτάξω, έχοντας τα μάτια μου στραμμένα στο ηλιοβασίλεμα πάσχιζα να βάλω μια σειρά στις σκέψεις μου πριν χαθεί ο έλεγχος.
«Ο ενθουσιασμός, τα συναισθήματα, η ασφάλεια... Όλα όσα ένιωθα παλιά. Μου λείπουν πρόσωπα, συζητήσεις, αναμνήσεις. Μου λείπει ο παλιός μου εαυτός» πήρα μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσω «Εσύ ίσως καταλαβαίνεις αυτό το συναίσθημα. Το να χάνεις τον παλιό σου εαυτό. Εκείνον τον εαυτό που ήταν ελεύθερος, χωρίς έγνοιες, χωρίς δαίμονες και εφιάλτες να τον συνοδεύουν τα βράδια. Εκείνον τον εαυτό που ένιωθε και νοιαζόταν...»
Η φωνή μου πετούσε μαζί με τα φύλλα των δέντρων μακριά. Έβγαινε με μελαγχολία από μέσα μου.
«Πως υποθέτεις ότι μπορεί εγώ να ξέρω αυτό το συναίσθημα;» ρώτησε με απορία ενώ πλέον είχε στρέψει την ολική προσοχή του πάνω μου και μόνο τότε γύρισα να τον κοιτάξω.
«Είμαστε παιδιά της νύχτας Trevor. Για εμάς δεν υπήρχε η παιδική ηλικία, η αθωότητα. Αναγκαστήκαμε να μεγαλώσουμε γρήγορα. Αναγκαστήκαμε να αντιμετωπίσουμε τα δύσκολα από νωρίς. Αναγκαστήκαμε να μπούμε στην μάχη της ζωής πριν την ώρα μας.»
Στα λόγια μου φάνηκε να καταλαβαίνει από που είχα υποθέσει όλα τα προηγούμενα. Μπορεί να μην ήθελε να το παραδεχτεί αλλά ήμασταν το ίδιο. Εγώ και αυτός.
«Είμαστε αρχηγοί χωρίς ακόλουθους. Είμαστε μοναχικοί λύκοι. Ακόμα και αν γίνουμε γνωστοί, ακόμα και αν αποκτήσουμε δόξα, ακόμα και αν βάλουμε φωτιά στην ίδια μας την κόλαση, ακόμα και αν ακούσουμε τους ανθρώπους να φωνάζουν το όνομα μας... Για εμάς όλα αυτά δεν θα είναι ποτέ αρκετά. Γιατί θα υπάρχει πάντα αυτό το κενό μέσα μας ότι εμείς δεν υπήρξαμε αρκετοί για κάποιον άλλον.» λόγια που ξεχύθηκαν χωρίς σκέψη προς τα έξω, ματιές που ενώθηκαν, ψυχές που ένιωσαν το ίδιο.
«Σωστά δεν τα λέω;» τον ρώτησα και δεν άργησα να αντλήσω ένα θετικό νεύμα από μέρος του.
Ήταν μπερδεμένος. Στα μάτια μου προσπαθούσε να βρει απαντήσεις που δεν μπορούσε να βρει μέσα του. Προς τα έξω έδειχνε ότι του ήταν δύσκολο να καταλάβει τα λόγια μου αλλά εγώ ήξερα ήδη πως τα είχε καταλάβει η ψυχή του και αυτό μου έφτανε.
Ωστόσο ο ίδιος χρειαζόταν ακόμα μια απάντηση.
«Πώς ξέρεις εσύ ότι εγώ είχα σκεφτεί πως δεν ήμουν αρκετός για κάποιον;» ρώτησε με τα μάτια γεμάτα καχύποψια.
«Δεν το έχεις κάνει; Δεν το έχεις σκεφτεί ποτέ; Δεν έχεις ποτέ κατηγορήσει τον εαυτό σου για κάποια λάθη που έκανες τα οποία έδιωξαν σημαντικά άτομα από την ζωή σου, ακόμα και αν το φταίξιμο δεν ήταν δικό σου;» τον ρώτησα φέρνοντας στην σκέψη μου τα λόγια της Spencer για το παρελθόν του.
Σίγουρα έκανε τέτοιες σκέψεις. Σίγουρα έψαξε να βρει τι έκανε αυτός λάθος για να δικαιολογήσει τις πράξεις της Elena. Όταν αγαπάς κάποιον δυσκολεύεσαι να τον κατηγορήσεις εύκολα. Θεωρείς ότι έκανες εσύ το λάθος και όχι εκείνο το άτομο. Η αγάπη που έχεις για εκείνο το πρόσωπο σε κάνει να υποφέρεις, να αλλάζεις, να βλέπεις τον κόσμο με άλλο μάτι.
Ο Trevor άλλαξε για την Elena. Καταστράφηκε. Όπως ακριβώς έκανα και εγώ για τον Leon.
Και αυτό γιατί δοθήκαμε ολοκληρωτικά σε εκείνο το άτομο που διάλεξε απερίσκεπτα η καρδιά μας και δεν αφήσαμε ούτε ένα κομμάτι άθικτο πίσω για τον εαυτό μας...
Δώσαμε την καρδιά μας σε εκείνο το άτομο και την πήραμε πίσω σπασμένη.
Ήταν τα λάθος άτομα για εμάς.
Ο Trevor όσο εγώ ήμουν χαμένη σε λέξεις του μυαλού μου που δεν μπορούσα να βγάλω προς τα έξω, είχε μείνει ακίνητος. Σκεφτόταν κάτι πολύ έντονα. Ένιωθε κάτι πολύ έντονα.
Έκανε να μιλήσει, τα χείλη του μισάνοιξαν όμως πάνω στην ώρα ένας ήχος από το κινητό του τον διέκοψε. Κατευθείαν ο ένας πήρε την προσοχή του από τον άλλο. Εγώ έστρεψα τα μάτια μου μακριά, στα φώτα της πόλης, και αυτός απομακρύνθηκε περισσότερο από εμένα.
«Είναι ο Adam. Ήρθε η ώρα να γυρίσουμε πίσω στο ξενοδοχείο» Μου εξήγησε βιαστικά ενώ χωρίς να κοιτάξει ξανά τα μάτια μου άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά.
Κίνηση που πριν ακολουθήσω και εγώ, έριξα μια τελευταία ματιά στο μαγευτικό τοπίο. Αποτυπώνοντας καλά στην μνήμη αυτή την εικόνα που δεν ήθελα να αποχωριστώ.
[...]
«Είσαι σίγουρη πως θες να μείνεις εδώ μόνη σου; Θα περάσουμε πολύ ωραία έξω» με ρώτησε ξανά η Vanessa για να βεβαιωθεί πως η απόφαση μου είναι οριστική και εγώ ένευσα θετικά χωρίς να πάρω τα μάτια μου από τον νυχτερινό ουρανό που απλωνόταν έξω από το παράθυρο μου.
«Ναι θα είμαι καλά, μην ανησυχείς. Ίσως κάνω μια βόλτα στην αυλή ή πάω για μπάνιο στην πισίνα» απάντησα για ακόμα μια φορά και αυτή ανασήκωσε τους ώμους της, προσπαθώντας να βάλει τις ψηλές γόβες της και να κάνει μερικές πρόβες με αυτές στο δωμάτιο χωρίς να πέσει.
«Εντάξει. Πάντως αν συμβεί το οτιδήποτε πάρε μας τηλέφωνο και θα έρθουμε αμέσως. Το κλαμπ δεν είναι πολύ μακριά από εδώ» κούνησα θετικά το κεφάλι μου και αφού ήταν έτοιμη πλέον, έκλεισε την πόρτα πίσω της αφήνοντας με μόνη στο μεγάλο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
Όλοι είχαν αποφασίσει να βγουν απόψε αλλά εγώ δεν είχα όρεξη. Χρησιμοποίησα την γνωστή δικαιολογία ότι είμαι κουρασμένη και έμεινα πίσω.
Μου είναι πολύ δύσκολο να ζήσω μια φυσιολογική ζωή χωρίς τον κίνδυνο.
Έριξα μια ματιά πάνω στο κρεβάτι μου όπου είχα ετοιμάσει ένα ζευγάρι μαγιό από το σπίτι. Δηλαδή από την στιγμή που είδα ότι στο ξενοδοχείο θα υπάρχει πισίνα.
Δεν ήμουν πολύ σίγουρη αν θα ήθελα να κάνω μπάνιο στις έντεκα η ώρα το βράδυ αλλά και πάλι... Θα έβγαζα τις σκέψεις από το μυαλό μου έστω και για λίγο με αυτόν τον τρόπο.
Χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά. Άλλαξα στα γρήγορα βάζοντας το μαύρο μαγιό κάτω από ένα μπουρνούζι και βγήκα έξω από το δωμάτιο.
Ήξερα ότι στον κάτω όροφο υπήρχε μια εσωτερική πισίνα που ήταν ανοιχτή όλο το εικοσιτετράωρο, οπότε όλα θα πήγαιναν καλά.
Κατέβηκα τα σκαλιά σιγά προσπαθώντας να μην διακόψω κανέναν από τον ύπνο τους -ή από οτιδήποτε έκαναν- και βρέθηκα στο ισόγειο.
Το μέρος ήταν πραγματικά τεράστιο. Η πισίνα φωτιζόταν με προβολείς κάτι που σου δημιουργούσε την ανάγκη να πέσεις πιο γρήγορα στο νερό.
Έλεγξα τον χώρο γύρω μου και ευτυχώς για εμένα δεν υπήρχε κανείς.
Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, άφησα το μπουρνούζι να πέσει κάτω πριν βουτήξω μέσα στο νερό.
Το νερό ήταν ζεστό με αποτέλεσμα να μην πάθω το σοκ που περίμενα από την ξαφνική αλλαγή θερμοκρασίας.
Έκανα μερικές σβούρες στο νερό, αφήνοντας το σώμα μου να χαλαρώσει και έκλεισα τα μάτια μου προσπαθώντας να αποβάλω όλη την κούραση της ημέρας και να σκεφτώ.
Μέχρι την στιγμή που ένιωσα μια παρουσία στον χώρο.
Και μάλιστα κοντά μου... Πολύ κοντά μου.
Ξαφνικά ένα κρύο άγγιγμα αγκάλιασε το σώμα μου και ένα υγρό φιλί τάραξε τον σκελετό μου.
«Θέλεις να κολυμπήσουμε μαζί, Sky;»
-----------------------------------------------------------
Όχι ότι η ερώτηση απευθύνεται σε εμένα, αλλά εγώ είμαι μέσα;)
Πλάκα, πλάκα δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε στο πεντηκοστό κεφάλαιο *σοκαρισμένη φατσουλα*
Και θέλω ακόμα να γράψω τόσα πολλά που δεν έχω ιδέα αν θα καταφέρω να τα γράψω τελικά μέσα σε μόνο 30-40 περίπου κεφάλαια.
Επίσης σε δέκα κεφάλαια τελειώνει και η δεύτερη σεζόν και μπαίνουμε στην τρίτη και τελευταία *ένα δάκρυ κύλησε*.
Η τελευταία σεζόν σύμφωνα με την γνώμη μου θα είναι η πιο χαοτική στην οποία θα γίνει το μεγάλο μπαμ και όλοι οι ρολόι θα αλλάξουν πάρα πολυυ. Κάποιοι θα γίνουν χειρότεροι, κάποιοι καλύτεροι και κάποιοι άλλοι θα δείξουν επιτέλους το πραγματικό τους πρόσωπο και δράση θα κορυφωθεί.
Πως σας φαίνεται η δεύτερη σεζόν του βιβλίου μέχρι τώρα;
Ποιος είναι ο αγαπημένος σας χαρακτήρας μέχρι τώρα και ποιος ο χειρότερος;
Αν μπορούσατε να χαρακτηρίσετε αυτή την ιστορία με τρεις λέξεις ποιες θα ήταν αυτές;
Τι λέτε να γίνει στην συνέχεια;
Spoiler: Εμ... Ναι. Ντρέπομαι ήδη αρκετά πολύ για να κάνω και σποϊλερ για το επόμενο :')
Τα λέμε στο επόμενο κεφάλαιο (σας συνιστώ να προετοιμαστείτε) <3
-YourDisaster

Bạn đang đọc truyện trên: Truyen4U.Com